Η πόλη

Τα Ιωάννινα βρίσκονται 440 χλμ. από την Αθήνα και 295 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη, στη δυτική όχθη της λίμνης Παμβώτιδας, σε υψόμετρο 480 μέτρων και ανάμεσα σε ψηλές κορυφές.

Το κάστρο του Αλή Πασά, το νησάκι της κυρά-Φροσύνηςτο μαντείο της Δωδώνης, αλλά και το σύγχρονο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, αποτελούν σημεία αναφοράς της πόλης που συνδυάζει το παραδοσιακό με το σύγχρονο, τις νέες πραγματικότητες με την ιστορική μνήμη, τη φυσική ομορφιά με την ανάπτυξη.

Στο ‘νησάκι’ των Ιωαννίνων, ένα από τα ελάχιστα στον κόσμο κατοικούμενα νησιά λίμνης, μπορεί κανείς να επισκευτεί τα βυζαντινά μοναστήρια και να θαυμάσει έξοχες τοιχογραφίες της εποχής με ιδιαίτερη τεχνοτροπία και θέματα.

Στο νησάκι βρίσκεται και το σπίτι – ύστατο καταφύγιο του Αλή Πασα. Ο θρύλος του, άρρηκτα δεμένος με την τραγική μοίρα της κυρά-Φροσύνης, ζωντανεύει στις όχθες της λίμνης, στα στενά δρομάκια του μεσαιωνικού κάστρου της πόλης των Ιωαννίνων, καθώς και στην ακρόπολη, όπου βρίσκονται ο τάφος και το σεράι του, σήμερα βυζαντινό μουσείο.

Παραδοσιακά εργαστήρια ασημουργίας και χρυσοχοΐας, που στο παρελθόν άνθισαν και ήταν διάσημα σε Ανατολή και Δύση, λειτουργούν μέχρι σήμερα. Η σύγχρονη εξέλιξη εκφράζεται με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, τα νοσοκομεία της Πόλης, το Ναυταθλητικό Κέντρο, την Εγνατία Οδό, το αεροδρόμιο, τα υδροπλάνα, την αλματώδη εμπορική ανάπτυξη και την εξάπλωση της πόλης.

Η ίδρυση της πόλης των Ιωαννίνων οφείλεται στον Ιουστινιανό, τον 6ο αιώνα μ.Χ., μέσω της μετοίκησης των κατοίκων της Ευροίας. Ο ιστορικός Προκόπιος (6ος αιώνας) ταυτίζει την πόλη με την Νέα Εύροια που τείχησε ο Ιουστινιανός, ενώ στα πρακτικά της Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως το 879 μ.Χ. υπογράφει και ο “Ζαχαρίας Επίσκοπος Ιωαννίνων”.

Άλλη αναφορά για την παρουσία της πόλης έχουμε από αυτοκρατορικό σιγίλλιο του Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου (1020 μ.Χ.) και από την Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής (1082μ.Χ.). Κατά την περίοδο αυτή και για πολύ ακόμα χρονικό διάστημα, η πόλη των Ιωαννίνων φέρεται να περιορίζεται, μόνο εντός του φρουρίου.

Σύμφωνα με την παράδοση η πόλη-κάστρο πήρε το όνομά της από τον πρώτο οικιστή της, τον Ιωάννη, ή από την Μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που υπήρχε μέσα στο κάστρο πριν την καταστροφή του 1611.

Κατά την Βυζαντινή περίοδο έχουμε το ονομαστό Δεσποτατο της Ηπείρου. Το 1082, τα Ιωάννινα καταλαμβάνονται από τον Βοημούνδο, γιο του Ροβέρτου Γυισκάδου. Το 1185, πιθανολογείται καταστροφή των Ιωαννίνων από το Νορμανδικό πεζικό, υπό την αρχηγία του Γουλιέλμου Β’, βασιλιά της Σικελίας. Το 1204, τα Ιωάννινα καταλαμβάνονται από τον Μιχαήλ Άγγελο Κομνηνό, ο οποίος εγκαθιδρύει έτσι τη δυναστεία των δεσποτών της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα.

Έκτοτε τα Ιωάννινα θ’ ακολουθήσουν τις ιστορικές εξελίξεις του καλούμενου Δεσποτάτου της Ηπείρου, το οποίο, εκτεινόμενο από το Δυρράχιο μέχρι τη Ναύπακτο, θα διαδραματίσει ρόλο προπυργίου του βυζαντινού φεουδαρχισμού,στις αλλεπάλληλες επιδρομές των Φράγκων, Βενετών, Αλβανών και Σέρβων.

Το 1265, τα Ιωάννινα παραχωρούνται από τον Νικηφόρο Α’ Άγγελο Κομνηνό, στον αυτοκράτορα Νίκαιας, Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, το 1282, τα Ιωάννινα επανέρχονται στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, υπό την εξουσία του Νικηφόρου Α’ του Αγγέλου Κομνηνού.

Κατά την περίοδο αυτή, σημειώνεται και η μεταφορά της έδρας του εκκλησιαστικού πρωθιερέα του Δεσποτάτου στα Ιωάννινα, η επισκοπή των οποίων φαίνεται να αναβαθμίζεται σε μητρόπολη, λόγω της ίδρυσης στην Ναύπακτο καθολικής αρχιεπισκοπής, με την παραχώρηση της πόλης στον Φίλιππο Ταραντίνο.

Το 1296, με τον θάνατο του Νικηφόρου Α’ Αγγέλου Κομνηνών, αναλαμβάνει την εξουσία των Ιωαννίνων και της Ηπείρου, η χήρα του Άννα ως επίτροπος του γιου τους Θωμά Α’. Τα Ιωάννινα υποτάσσονται στο Βυζάντιο, ύστερα από την επέμβαση του Ιωάννη Συργιάννη από το Βεράτιο, ο οποίος έπεισε τους Ιωαννίτες, να υποταχθούν στον Ανδρόνικο Β’, ώστε να αποκτήσουν την ευμένειά του.

Σ’ αυτή τη συμφωνία υποταγής, οφείλονται τα δύο χρυσόβουλα (1319 και 1321) του Ανδρόνικου Β’, τα οποία είναι πολύ αποκαλυπτικά για την ιστορία των Ιωαννίνων και για την εξέλιξη των φεουδαλικών σχέσεων. Κατά τη περίοδο της Βυζαντινής κυριαρχίας, στα Ιωάννινα , την εξουσία ανέλαβαν διαδοχικά, ο Νικόλαος Ορσίνη, επονομασθείς Ιωάννης Β’ Κομνηνός Αγγελοδούκας, η σύζυγός του Άννα Παλαιολογίνα, ως επίτροπος του γιου τους Νικηφόρου Β’ και τέλος ο Ιωάννης ‘Αγγελος.

Το 1339 η βυζαντινή κυριαρχία στα Ιωάννινα, διακόπτεται από την κατάληψή τους από τους Σέρβους.

Τα Ιωάννινα, το 1367, αποδέχονται ως ηγεμόνα τους τον Θωμά Πρελούμπο ή Πρελούμποβιτς, του οποίου η εξουσία αναδείχθηκε άκρως τυραννική, αφού κατεδίωξε άγρια και φορολόγισε τους Ιωαννίτες, εξόρισε τον μητροπολίτη τους και δήμευσε την εκκλησιαστική περιουσία, την οποία λέγεται ότι μοίρασε στους Σέρβους οπαδούς του.

Ο Κάρολος Α’ Τόκκος αναπτύσσει τα Ιωάννινα οικονομικά και πνευματικά και ισχυροποιεί το δεσποτάτο.Τον Κάρολο Α’ διαδέχεται ο Κάρολος Β’ Τόκκος.

Κατά την Μεταβυζαντινή περίοδο, Το 1431,οι κάτοικοι των Ιωαννίνων έγιναν υποτελείς στους Τούρκους, υπό τον Σινά πασά και εγκαθιδρύεται στα Ιωάννινα η τουρκική κυριαρχία, η οποία διαρκεί 482 έτη, δηλαδή μέχρι το 1913. Μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα τα υπό τουρκική κυριαρχία Ιωάννινα παρουσιάζουν γενική πτώση και παρακμή.

Ο 17ος αιώνας αποτελεί την απαρχή της ακμής των Ιωαννίνων. Η οποία κορυφώνεται στο δεύτερο του 18ου, με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνολογίας. Η ανάπτυξη αυτή οδηγεί και σε σημαντική πληθυσμιακή αστική συγκέντρωση.

Επίσης, τα Ιωάννινα παρουσιάζουν και λαμπρότατη πνευματική παράδοση αιώνων. Ήδη από το 1206 χρονολογείται η ίδρυση δύο σχολών στις Μονές Σπανού και Ντίλιου, όπου δίδαξαν και μαθήτευσαν επιφανείς λόγιοι και στοχαστές. Με τις σχολές αυτές διατηρήθηκε στην Ήπειρο η ελληνική παιδεία και καλλιεργήθηκαν τα ελληνικά γράμματα και η λόγια παράδοση μέχρι της εποχής του αστικού μετασχηματισμού.

Από τα μέσα του 17ου αιώνα, οι φιλογενείς Ιωαννίτες, επηρεασμένοι από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, χρηματοδότησαν την ίδρυση νέων σχολών στα Ιωάννινα. Έτσι, ιδρύθηκαν, μέσα στην πόλη των Ιωαννίνων, οι σχολές του ηγούμενου Επιφανίου (1648), που αποκαλείται μικρή, η σχολή Γκούμα (1676), που αποκαλείται μεγάλη, η Μαρουτσαία (1746), η Καπλάνειος (1797) και αργότερα η Ζωσιμαία (1828).

Από το 18ο αιώνα, τα Ιωάννινα αναδεικνύονται το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο του νέου Ελληνισμού και της προεπαναστατικής πνευματικής Ελλάδας. Από το 1431 και μέχρι την εποχή του Αλή (1788), πλην του επαναστατικού κινήματος του Διονυσίου (1611), του επικαλούμενου Σκυλόσοφου, κανένα πολεμικό ή άλλο αξιόλογο γεγονός δεν συντελείται στα Ιωάννινα.

Από το 1788 και για 50 χρόνια μετά, σημειώνονται, στην πόλη των Ιωαννίνων, γεγονότα εξαιρετικής σημασίας. Το 1788, ο Αλή ανέρχεται στην εξουσία των Ιωαννίνων εγκαινιάζοντας το τυραννικό καθεστώς. Για την περίοδο αυτή, η προσωπική ιστορία του Αλή είναι και η ιστορία Ιωαννίνων αλλά και όλης της Ηπείρου.

Τα Ιωάννινα παρά τη στυγνή τυραννία, αναπτύσσονται συνεχώς. Επί της εποχής του Αλή κορυφώνεται ο αστικός μετασχηματισμός της πόλης και τα Ιωάννινα παρουσιάζονται ως το καλύτερο αστικό κέντρο της προεπαναστατικής Ελλάδας.

Ειδικότερα, ο Αλή, για δική του ασφάλεια και πλουτισμό, περιορίζει και διώκει τους μπέηδες τιμαριούχους και διευρύνει τις προϋποθέσεις αστικής ανάπτυξης των Ιωαννίνων.

Επισκευάζει το φρούριο (1812-1815), ανοίγει δρόμους προς Άρτα Θεσσαλία και Παραμυθιά, υποτάσσει τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, κτίζει ανάκτορα, ιδρύει στρατιωτική σχολή με Γάλλους καθηγητές, στην οποία έμελλε να φοιτήσουν οι επισημότεροι οπλαρχηγοί της ελληνικής Επανάστασης και ευνοεί την ανάπτυξη των εμπορευματικών σχέσεων.

Κατά την εποχή αυτή, η τοπική αγορά των Ιωαννίνων, συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων του Ελλαδικού χώρου. Από το 1819 και μετά, τα Ιωάννινα, εκτός από πνευματικό κέντρο του νέου Ελληνισμού, καθίστανται συγχρόνως και το σπουδαιότερο πολιτικό κέντρο εθνικής κίνησης και διαφώτισης.

Τα Ιωάννινα απελευθερώθηκαν την 21η Φεβρουαρίου του 1913. Τέλος κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα Ιωάννινα καταλήφθηκαν προσωρινά από ιταλικά στρατεύματα, από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1917, και από τότε και έπειτα, ακολούθησε την τύχη της υπόλοιπης Ελλάδας.

Για την πόλη των Ιωάννίνων, η οικονομία ήταν η αργυροχοΐα, τα γαλακτοκομικά προιόντα, η πτηνοτροφία, η οινοποιοία και το μάρμαρο.